Επικαιροτητα

Ήρθε η ώρα να «πάρουν μπροστά» οι τράπεζες – Οι εκτιμήσεις των τραπεζιτών

Μια μοναδική ευκαιρία να «σπάσουν τα δεσμά» της δεκαετούς κρίσης, που τις κράτησε ουσιαστικά καθηλωμένες και ανήμπορες να διαδραματίσουν τον στρατηγικό τους ρόλο στην οικονομία, έχουν πλέον μπροστά τους οι ελληνικές τράπεζες.

Κοινή πεποίθηση όλων των Ελλήνων τραπεζιτών είναι ότι η πανδημία του κορωνοϊού μετεξελίχθηκε σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, η οποία όμως μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία για την ελληνική οικονομία. Οι εγγυήσεις του κράτους για το 80% των δανείων που θα δοθούν, η συμμετοχή της Ελλάδας στο QE, το πακέτο των 32 δισ. ευρώ που ενδέχεται να φτάσει στην ελληνική οικονομία μέσω του ευρωπαϊκού ταμείου ανάκαμψης και ταυτόχρονα η χαλάρωση των κανόνων της ΕΚΤ για τα κόκκινα δάνεια, συνθέτουν ένα μοναδικό περιβάλλον. Αν σε αυτό το ευνοϊκό περιβάλλον δεν καταφέρουν να «πάρουν μπροστά» οι τράπεζες, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να έχει μέλλον.

Την τελευταία δεκαετία, όλες οι συζητήσεις γύρω από τις ελληνικές τράπεζες εστίαζαν στο πρόβλημα των κόκκινων δανείων και τις προσπάθειες ανάκαμψης του κλάδου. Επειδή όμως ο ρόλος των τραπεζών είναι να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, σχεδόν κάθε χρόνο οι τραπεζικές διοικήσεις δεσμεύονταν να διοχετεύσουν στο σύστημα σημαντικά ποσά ρευστότητας. Κάτι όμως που δεν συνέβαινε για πολλούς και διάφορους λόγους, καθώς δεν υπήρχαν πάντα τα απαιτούμενα κεφάλαια, η ζήτηση ήταν περιορισμένη, γιατί είχαν παγώσει όλα τα επενδυτικά σχέδια, ενώ ο φόβος νέων επισφαλειών έκανε πολύ διστακτικές τις τράπεζες στο να αναλάβουν ρίσκο.

Σήμερα, η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική και, ταυτόχρονα, έκτακτη. Τα κόκκινα δάνεια δεν έχουν μειωθεί πολύ και υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν ξανά και να πάνε χαμένες οι προσπάθειες ετών. Παράλληλα, λόγω των έκτακτων συνθηκών, οι τράπεζες είναι αναγκασμένες να διαδραματίσουν με αποφασιστικότητα τον ρόλο τους και να δώσουν νέα δάνεια με γρήγορες διαδικασίες, και γι’ αυτό έχουν εφαρμοστεί συγκεκριμένα μέτρα διευκόλυνσης.

Τις τελευταίες εβδομάδες, οι επικεφαλής των τεσσάρων συστημικών τραπεζών εμφανίζονται, στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, έτοιμοι να ανοίξουν τα ταμεία και να δώσουν τη ρευστότητα που ζητούν οι επιχειρήσεις, λέγοντας ότι θα πέσουν στην αγορά 10-15 δισ. ευρώ μόνο το 2020.

Σίγουρα οι εγγυήσεις του Δημοσίου και τα διάφορα επιδοτούμενα από την Ευρώπη χρηματοδοτικά εργαλεία μπορούν να διαδραμματίσουν καταλυτικό ρόλο και να κάνουν πολύ πιο ομαλή τη μετάβαση στη μετά τον κορωνοϊό εποχή. Το ζητούμενο είναι οι τράπεζες να δώσουν χωρίς καθυστερήσεις και δαιδαλώδη γραφειοκρατία δάνεια στις επιχειρήσεις που δικαιούνται να τα πάρουν και παράλληλα να συμβάλουν στη βελτίωση της απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων.

Τα 15 δισ. ευρώ που υπόσχονται ότι θα δώσουν οι τράπεζες είναι κεφάλαια τα οποία μπορούν να κάνουν τη διαφορά, καθώς αντιστοιχούν περίπου στο 8% του ΑΕΠ, όσο αναμένεται να συρρικνωθεί το ελληνικό ΑΕΠ φέτος. Μόνο έτσι θα μπορέσει να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό που υφίσταται και να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας και του lockdown.

Οι εκτιμήσεις των τραπεζιτών

Ο Χρήστος Μεγάλου δεσμεύτηκε να διαθέσει η Τράπεζα Πειραιώς πάνω από 5 δισ. ευρώ νέα δάνεια και χαρακτήρισε «στοίχημα» το να επανέλθει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη με υψηλό ρυθμό το 2021.

Ο Φωκίων Καραβίας είπε ότι το 2020 δεν είναι χαμένη χρονιά και τόνισε ότι η Eurobank ενέκρινε από φέτος τα κεφάλαια κίνησης του 2021, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να έχουν από τώρα εξασφαλισμένη ρευστότητα.

Ο Βασίλης Ψάλτης της Alpha Bank σημείωσε ότι είναι απαραίτητη η σωστή διαχείριση των κονδυλίων και η απορροφητικότητα, προσθέτοντας ότι οι τράπεζες πρέπει να χρηματοδοτήσουν έργα κίνησης, όπως στον κλάδο του τουρισμού, της ενέργειας και των τροφίμων.

Ο Παύλος Μυλωνάς της Εθνικής Τράπεζας τοποθέτησε τις ανάγκες για κεφάλαια κίνησης, μετά τα διάφορα μέτρα μείωσης του κόστους των επιχειρήσεων, στα 10 δισ. ευρώ και εκτίμησε ότι το κενό αυτό θα καλυφθεί μέσω των εγγυδοτικών εργαλείων και νέου τραπεζικού δανεισμού.

Στα λόγια οι τράπεζες δείχνουν να έχουν συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της κατάστασης και αναγνωρίζουν την ανάγκη επιτάχυνσης των δικών τους διαδικασιών και βελτίωσης του μηχανισμού χρηματοδότησης της οικονομίας. Το θέμα είναι να αποδείξουν με πράξεις ότι διαθέτουν την απαιτούμενη αποφασιστικότητα να στηρίξουν τις επιχειρήσεις με πραγματικές χορηγήσεις.

«Ζεστό» χρήμα ζητούν οι επιχειρήσεις

Άνευ προηγουμένου χαρακτηρίζονται οι ανάγκες των ελληνικών επιχειρήσεων όλων των μεγεθών για ρευστότητα στην προσπάθειά τους να διαχειριστούν τις συνέπειες που προκαλεί στην πραγματική οικονομία η πανδημία του κορωνοϊού.

Υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος κάνει λόγο για πρωτοφανείς καταστάσεις που καλείται να διαχειριστεί το εγχώριο πιστωτικό σύστημα και μιλά για νούμερα που υπερβαίνουν κάθε τραπεζική προσδοκία.

Μόνο στο πρόγραμμα διετούς επιδότησης τόκων (ΤΕΠΙΧ ΙΙ) υποβλήθηκαν περί τις 100.000 αιτήσεις για δάνεια λίγο πάνω από 10 δισ. ευρώ, ενώ μόλις την πρώτη εβδομάδα που έτρεξε για το πρόγραμμα εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), που στον πρώτο κύκλο μοιράζει 3,5 δισ. ευρώ, ενδιαφέρθηκαν ήδη περί τις 55.000 επιχειρήσεις, με τα αιτούμενα ποσά άνω των 17 δισ. ευρώ.

Συνολικά, οι αιτήσεις που έχουν κατατεθεί στο πιστωτικό σύστημα από επιχειρήσεις αφορούν δάνεια συνολικού ύψους άνω των 27 δισ. ευρώ, την ίδια στιγμή που οι τράπεζες τοποθέτησαν το χρηματοδοτικό κενό της ελληνικής οικονομίας τη δεδομένη χρονική στιγμή στα επίπεδα των 10 δισ. ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα αιτήματα για δάνεια με επιδότηση επιτοκίου μέσω του ΤΕΠΙΧ ΙΙ ξεπέρασαν τα 10 δισ. ευρώ, όταν οι πόροι του Ταμείου δεν υπερβαίνουν τα 2 δισ. ευρώ, ενώ αντίστοιχα στο Ταμείο Εγγυοδοσίας τα αιτήματα είναι πολλαπλάσια των κεφαλαίων που έχουν διατεθεί μέχρι στιγμής και τα οποία φθάνουν τα 3,5 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, τις αμέσως επόμενες ημέρες θα πέσουν στην οικονομία τα πρώτα χρήματα από τη δράση επιδότησης τόκων ΤΕΠΙΧ της EAT, καθώς οι τράπεζες έχουν ήδη εγκρίνει 17.000 δάνεια ύψους 1,5 δισ. ευρώ, όσο δηλαδή είναι και ο αρχικός προϋπολογισμός του προγράμματος.

Τα μαζικά αιτήματα δανειοδότησης και η υπερκάλυψη των αρχικών προϋπολογισμών των δύο πρώτων προγραμμάτων οδηγούν την κυβέρνηση στην απόφαση ενίσχυσής τους και ενεργοποίησης νωρίτερα σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό επόμενων κύκλων.

Ήδη, ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνις Γεωργιάδης, δεσμεύθηκε για ενίσχυση του προγράμματος του ΤΕΠΙΧ με επιπλέον 300-400 εκατ. ευρώ, για να ικανοποιηθεί μέρος της τεράστιας ζήτησης.

Μεγάλο είναι το ενδιαφέρον και για το πρόγραμμα εγγυοδοσίας της ΕΑΤ, το οποίο ξεκίνησε στις αρχές Ιουνίου και προβλέπει κρατική εγγύηση για το 80% κάθε δανείου, παράγοντας καθοριστικός για την έγκριση και διαμόρφωση του επιτοκίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεδομένου του αυξημένου ενδιαφέροντος από την αγορά, η κυβέρνηση σκοπεύει να ενεργοποιήσει τον δεύτερο κύκλο του προγράμματος, που ήταν προγραμματισμένος για τον Σεπτέμβριο, αρκετά νωρίτερα. Με τον τρόπο αυτό, μέχρι και το τέλος του 2020, μόνο από τις παραπάνω δύο δράσεις (ΤΕΠΙΧ, Εγγυοδοσίας) θα δοθούν νέα δάνεια 9 δισ. ευρώ.

Ποιοι και πώς θα λάβουν δάνεια με εγγύηση από την Αναπτυξιακή Τράπεζα

Σε εξέλιξη βρίσκεται το «βαρύ πυροβολικό» των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της κυβέρνησης για τη στήριξη της οικονομίας κατά τη διάρκεια της κρίσης του Covid-19. Πρόκειται για το Ταμείο Εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), ύψους 2 δισ. ευρώ, το οποίο με τη μόχλευση αναμένεται να φτάσει τα 7 δισ. ευρώ για δάνεια προς όλο το φάσμα των επιχειρήσεων: μεγάλες, μεσαίες και μικρές, είτε ανήκουν σε αυτές που πλήττονται άμεσα από την τρέχουσα κρίση είτε υφίστανται έμμεσα τις επιπτώσεις της.

Επιπλέον, αν και εντάσσεται στη δέσμη των χρηματοδοτικών εργαλείων για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορωνοϊού, το πρόγραμμα των εγγυημένων δανείων από την ΕΑΤ δεν θέτει ως προϋπόθεση για τις επιχειρήσεις που θα λάβουν εγγυημένο δάνειο τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Ανώτατο ποσό χρηματοδότησης

Το ύψος του ποσού δανείου που θα μπορούν να χορηγήσουν οι τράπεζες με εγγύηση της ΕΑΤ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ένα από τα παρακάτω, όποιο είναι μεγαλύτερο: 1) το διπλάσιο του ετήσιου μισθολογικού κόστους της επιχείρησης για το 2019: στην περίπτωση επιχειρήσεων που δημιουργήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2019, το ανώτατο δάνειο δεν πρέπει να υπερβαίνει το κατ’ εκτίμηση ετήσιο μισθολογικό κόστος για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας ή 2) το 25% του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2019 ή 3) μετά από τεκμηρίωση και βάσει αιτιολόγησης και σχεδίου που καθορίζει τις ανάγκες ρευστότητας του δικαιούχου, το ποσό του δανείου μπορεί να αυξηθεί πέραν των ανωτέρω ορίων για να καλυφθούν οι ανάγκες ρευστότητας από την ημερομηνία χορήγησης του δανείου και για τους επόμενους 18 μήνες για τη μικρομεσαία επιχείρηση και τον αυτοαπασχολούμενο και για τους επόμενους 12 μήνες για μεγάλη επιχείρηση.

Ποιες επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν εγγυημένο δάνειο

Με το εγγυοδοτικό πρόγραμμα της Αναπτυξιακής Τράπεζας, οι επιχειρήσεις θα μπορούν να λαμβάνουν από τις τράπεζες δάνειο για κεφάλαιο κίνησης. Το ποσοστό εγγύησης για κάθε δάνειο επιλέξιμης επιχείρησης ανέρχεται σε 80%. Η εγγύηση θα αφορά νέα δάνεια (όχι αναχρηματοδότηση υφιστάμενων) που θα χορηγηθούν έως και την 31η Δεκεμβρίου 2020, με διάρκεια έως 5 έτη. Θα καλύπτει το κάθε δάνειο καθ’ όλη τη διάρκειά του, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε οφειλής.

Δικαιούχοι είναι όλες οι επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων, την αλιεία και τις υδατοκαλλιέργειες.

Επιπλέον, οι δικαιούχοι χρηματοδότησης πρέπει να είναι πιστοληπτικά αποδεκτές επιχειρήσεις που δεν είναι προβληματικές, δεν έχουν δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη του τριμήνου και που επίσης δεν εκκρεμεί εις βάρος τους εντολή ανάκτησης προηγούμενης παράνομης και ασύμβατης κρατικής ενίσχυσης βάσει απόφασης ΕΕ ή ΔΕΕ.

Από την εγγυημένη δανειοδότηση θα εξαιρούνται οι εξωχώριες επιχειρήσεις, οι εταιρείες συμμετοχών, επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, των δημόσιων φορέων και των θυγατρικών τους, των ΟΤΑ και των θυγατρικών τους.

Θα εξαιρούνται επίσης επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί σε προηγούμενα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (πρώην ΕΤΕΑΝ) και εμφάνισαν δυσμενή συναλλακτική συμπεριφορά στην αποπληρωμή των οφειλών τους (καταγγελία δανείου ή ληξιπρόθεσμες οφειλές για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών).

Η εγγύηση

Όπως προαναφέρθηκε, η εγγύηση της Αναπτυξιακής Τράπεζας θα καλύπτει το 80% του κάθε δανείου. Ωστόσο, υπάρχει όριο στο ύψος της ζημίας που θα μπορεί να αναλάβει η ΕΑΤ και αυτή ορίζεται μέχρι το 40% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων που θα χρηματοδοτήσει κάθε τράπεζα και αντίστοιχα το 32% του συνολικού χαρτοφυλακίου μεγάλων επιχειρήσεων.

Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, στην περίπτωση που η επιχείρηση δεν αποπληρώσει το δάνειο που έχει την κρατική εγγύηση, η τράπεζα, και όχι το Δημόσιο, θα μπορεί (και θα είναι επιφορτισμένη) να ασκήσει νομικές ενέργειες κατά της επιχείρησης για την είσπραξη της οφειλής. Η τράπεζα θα στρέφεται κατά της επιχείρησης για το σύνολο του ποσού, δηλαδή και για το 80% που θα έχει εισπράξει ως εγγύηση του δανείου από την ΕΑΤ η τράπεζα και την οποία θα πρέπει να επιστρέψει σε αυτήν.

Σημειώνεται ότι επιπλέον της εγγύησης θα παρέχεται επιχορήγηση προμήθειας εγγύησης των δανειοληπτών, προϋπολογισμού έως 250 εκατ. ευρώ. Η προμήθεια εγγύησης θα κινείται από 0,25% μέχρι και 2%, ανάλογα με τη διάρκεια της χρηματοδότησης και το μέγεθος της επιχείρησης, επιδοτούμενη ανάλογα με τη δραστηριότητα της επιχείρησης και μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ (μέγιστη ενίσχυση που έχει λάβει η επιχείρηση).

Τα κριτήρια

Τα κριτήρια επιλεξιμότητας, τα οποία έχουν θέσει οι 13 συμβεβλημένες τράπεζες με το Ταμείο Εγγυοδοσίας, κρίνονται βατά από την αγορά, επιτρέποντας την πρόσβαση στο πρόγραμμα σε όλες σχεδόν τις «υγιείς» επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από τον Covid-19.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να πληρούν τα εξής προαπαιτούμενα:

  • Ίδια κεφάλαια μεγαλύτερα του 50% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου
  • Το σύνολο των υποχρεώσεών τους να μην υπερβαίνει το 75% των περιουσιακών τους στοιχείων στις χρήσεις 2018 και 2019
  • Τα EBITDA κατά τις χρήσεις 2018 και 2019 να καλύπτουν έστω τους τόκους (interest cover >1x)
  • Business plan από το οποίο να προκύπτει ανάγκη κεφαλαίου κίνησης

Όλα τα παραπάνω κριτήρια πρέπει να πληρούνται σε εταιρική και όχι ενοποιημένη βάση, καθώς το πρόγραμμα επιβάλλει την υποβολή αιτήσεων αποκλειστικά από εταιρείες. Υπάρχει περίπτωση να υπάρχουν τροποποιήσεις στα προαπαιτούμενα, ανά τράπεζα.

Επίσης, οι τράπεζες έχουν την ευχέρεια χορήγησης μικρότερου ποσού από αυτό που δικαιούται κάθε εταιρεία (έως το 25% του κύκλου εργασιών της χρήσης 2019 ή έως το διπλάσιο ποσό του μισθολογικού κόστους της ίδιας χρήσης).

Οι δε επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα υποβολής πολλαπλών αιτήσεων στις τράπεζες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.

Εξασφαλίσεις έως το 40% του δανείου

Το μέγιστο ποσό των εξασφαλίσεων που μπορούν να ζητούν οι τράπεζες ορίζεται στο 40% του ποσού του δανείου, με δεδομένη την κρατική εγγύηση. Η κρατική εγγύηση θα καλύπτει μεν το 80% των απαιτήσεων σε καθυστέρηση για κάθε δάνειο, τίθενται όμως ανώτατα όρια κάλυψης επί του συνόλου του χαρτοφυλακίου της δράσης.

Ειδικότερα, η εγγύηση καλύπτει κατ’ ανώτατο όριο το 32% του χαρτοφυλακίου εγγυημένων δανείων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυτοαπασχολουμένους και έως το 24% του χαρτοφυλακίου εγγυημένων δανείων προς μεγάλες επιχειρήσεις. Αντίστοιχα, οι ζημίες του χαρτοφυλακίου δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ανώτατο ποσό της εγγύησης.

Επίσης, η σύμβαση προβλέπει ότι σε περίπτωση κατάπτωσης και καταβολής της εγγύησης, η τράπεζα και το Ταμείο Εγγυοδοσίας της ΕΑΤ συμμετέχουν συμμέτρως (pari passu) σε κάθε ποσό ανάκτησης της απαίτησης από το συγκεκριμένο δάνειο.

Υπό το παραπάνω πλαίσιο, κάποιες τράπεζες έχουν γνωστοποιήσει στους πελάτες τους ότι διατηρούν την ευχέρεια να σταθμίζουν στο 70% της αξίας τους τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις, προκειμένου να καλύψουν το ρίσκο. Με αυτόν τον τρόπο οι τράπεζες αυξάνουν την αξία των εξασφαλίσεων και καλύπτονται έναντι πιθανής πίεσης στις τιμές ακινήτων, λόγω της πανδημίας, αλλά και του ρίσκου οι ζημιές του χαρτοφυλακίου εγγυημένων δανείων να ξεπεράσουν το ανώτατο ύψος εγγύησης.

Επίσης, κάποιες τράπεζες διαμηνύουν στους πελάτες τους ότι ενδέχεται να αποτελέσει όρο της δανειακής σύμβασης η διατήρηση συγκεκριμένης αξίας ελεύθερων βαρών περιουσιακών στοιχείων, επί των οποίων θα εγγραφεί υποθήκη, εφόσον παραβιαστούν χρηματοοικονομικοί όροι (covenants).

Τέλος, δεν επήλθαν αλλαγές στο ύψος των προμηθειών για τις κρατικές εγγυήσεις και το ποσοστό επιδότησής τους από το Δημόσιο.

«Μάχη» για τα επιτόκια

Ισχυρός ανταγωνισμός αναπτύσσεται μεταξύ των τραπεζών για τα δάνεια με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, προκαλώντας πόλεμο τιμών ειδικά για μεγάλες επιχειρήσεις, για τις οποίες το μέσο επιτόκιο έχει οδηγηθεί ακόμη και κάτω από το 2%.

Η ισχυρή ζήτηση που υπάρχει μεταξύ και των μεγάλων επιχειρήσεων οδηγεί και σε μάχη ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών και είναι χαρακτηριστικό το ότι το μέσο επιτόκιο υποχωρεί για τις υγιείς επιχειρήσεις ακόμη και κάτω από το 2%. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες, υπήρξαν επιχειρήσεις που επιδόθηκαν σε αναζήτηση ευνοϊκότερης τιμολόγησης μεταξύ των τραπεζών, επιτυγχάνοντας τιμολόγηση κοντά στο 1,5%-1,6%, καθώς το πρόγραμμα επιτρέπει σε μια επιχείρηση να πάρει δάνειο από πάνω από μία τράπεζα.

Σήμερα, το μεσοσταθμικό επιτόκιο δανεισμού των μεγάλων επιχειρήσεων κινείται λίγο κάτω του 4%, για τις μεσαίες κινείται στο 4,50%-5% και για τις μικρές στο 6%.

Δεν είναι τυχαίο το ότι για την κατανομή της κρατικής εγγύησης από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα υπήρξε ισχυρός ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών και η κατανομή έγινε με βάση το μερίδιο κάθε τράπεζας στις χορηγήσεις ενήμερων επιχειρηματικών δανείων.

Η κατανομή ανέδειξε leader την Τράπεζα Πειραιώς, με συνολικά εγκεκριμένα δάνεια ύψους 1 δισ. ευρώ, ενώ αμέσως μετά ακολουθούν η Εθνική Τράπεζα, η Alpha Bank και η Eurobank, με 800 εκατ. ευρώ περίπου καθεμία, ενώ με πολύ μικρότερα ποσά ακολουθούν η Τράπεζα Αττικής, η Optima Bank, η Procredit Bank και οι Συνεταιριστικές (Ηπείρου, Παγκρήτια, Θεσσαλίας, Καρδίτσας, Κεντρικής Μακεδονίας και Χανίων). 

Eurobank

 Σε συνεργασία με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (EAT), η Eurobank συμμετέχει στο «Ταμείο Εγγυοδοσίας Επιχειρήσεων Covid-19» (Ταμείο Εγγυοδοσίας) για τη χορήγηση νέων δανείων σε κεφάλαια κίνησης ύψους, περίπου, 800 εκατ. ευρώ, καλυπτόμενων από την εγγύηση της ΕΑΤ.

Έχοντας ήδη σχεδιάσει και υλοποιήσει όλες τις προαπαιτούμενες ενέργειες, η Eurobank είναι σε θέση να ολοκληρώσει από την πλευρά της την εγκριτική διαδικασία εντός τριών (3) μόλις ημερών, υπό την προϋπόθεση υποβολής πλήρους φακέλου, και με την έγκριση και της ΕΑΤ να εκταμιεύσει ταχύτατα το εγκεκριμένο ποσό του δανείου.

Σημειώνεται ότι για την εκταμίευση των νέων δανείων, που θα διατεθούν σε επιχειρηματικούς πελάτες στο πλαίσιο του Ταμείου Εγγυοδοσίας, η Eurobank θα λάβει τις απολύτως αναγκαίες εξασφαλίσεις, με ανώτατο ποσοστό για τις εμπράγματες εξασφαλίσεις 40% επί του ποσού της χρηματοδότησης όπου αυτό απαιτείται, ενώ για 9 στα 10 νέα δάνεια δεν θα απαιτηθεί προσημείωση. Στόχος είναι να ενισχύσει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων με κεφάλαιο κίνησης, διασφαλίζοντας παράλληλα και την ποιότητα του χαρτοφυλακίου της.

Τα νέα δάνεια, που καλύπτονται από την εγγύηση του Ταμείου Εγγυοδοσίας, θα συναφθούν και θα χορηγηθούν έως και την 31η Δεκεμβρίου 2020:

        Αφορούν νέες χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων για Κεφάλαιο Κίνησης (συμπεριλαμβανομένων και των απλών, μη μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων) που θα έχουν διάρκεια έως πέντε (5) έτη, περιλαμβανομένης και τυχόν περιόδου χάριτος.

        To ύψος του δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει:

  • Το 25% του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης για το 2019 ή
  • Το διπλάσιο του ετήσιου μισθολογικού κόστους της επιχείρησης για το 2019.

Στο Ταμείο Εγγυοδοσίας έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλες οι επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα (πλην εξωχώριων, εταιρειών συμμετοχών σε άλλες εταιρείες, επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, δημόσιων φορέων και θυγατρικών τους, ΟΤΑ και θυγατρικών τους).

Η Eurobank, με τη συμμετοχή της στο Ταμείο Εγγυοδοσίας, στα Προγράμματα της Δράσης «Επιχειρηματική Χρηματοδότηση-ΤΕΠΙΧ ΙΙ» και ιδίως στο Υποπρόγραμμα «Κεφάλαιο Κίνησης με επιδότηση επιτοκίου» από την ΕΑΤ (στο πλαίσιο του οποίου μέρος της χρηματοδότησης παρέχεται από το ΕΤΠΑ και εθνικούς πόρους), καθώς και με σειρά στοχευμένων πρωτοβουλιών για τη στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων, παραμένει σταθερά δίπλα στους πελάτες της ώστε να αντεπεξέλθουν στις έκτακτες ανάγκες ρευστότητας και να επανεκκινήσουν τη λειτουργία τους ομαλά στη μετά Covid-19 περίοδο, στηρίζοντας έτσι την εθνική οικονομία.

Τράπεζα Πειραιώς

Η Τράπεζα Πειραιώς συμμετέχει στο «Ταμείο Εγγυοδοσίας Επιχειρήσεων Covid-19», με στόχο τη στήριξη των επιχειρήσεων και την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας μέσω της χορήγησης δανείων κεφαλαίου κίνησης, συνολικού ύψους άνω του 1 δισ. ευρώ, αξιοποιώντας την παρεχόμενη εγγύηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, που καλύπτει το 80% του δανείου.

Μέσω του προγράμματος, το οποίο θα δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την επανεκκίνηση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, η Τράπεζα Πειραιώς θα χρηματοδοτήσει μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα σε όλους σχεδόν τους οικονομικούς κλάδους. Στο πρόγραμμα αυτό μπορούν να συμμετάσχουν και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους κλάδους της παραγωγής αγροτικών προϊόντων, της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας.

Το ύψος του δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα μεγέθη:

  • Το διπλάσιο του ετήσιου μισθολογικού κόστους της επιχείρησης (συμπεριλαμβανομένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και του κόστους του προσωπικού που εργάζεται στους χώρους της επιχείρησης, αλλά επίσημα περιλαμβάνεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις υπεργολάβων) για το 2019. Στην περίπτωση επιχειρήσεων που δημιουργήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2019, το ανώτατο δάνειο δεν πρέπει να υπερβαίνει το κατ’ εκτίμηση ετήσιο μισθολογικό κόστος για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας του ή
  • το 25% του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2019.

Μετά από τεκμηρίωση και βάσει αιτιολόγησης και σχεδίου που καθορίζει τις ανάγκες ρευστότητας του δικαιούχου, το ποσό του δανείου μπορεί να αυξηθεί πέραν των ανωτέρω ορίων.

Alpha Bank

Συνεπής στην αποστολή της για επιστροφή στην ομαλή επιχειρηματική δραστηριότητα, η Alpha Bank στηρίζει τις προσπάθειες μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων της χώρας να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, συμμετέχοντας ενεργά στη νέα Δράση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, που ξεκίνησε πρόσφατα με την υποβολή αιτήσεων των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στο «Ταμείο Εγγυοδοσίας Επιχειρήσεων Covid-19».

Η Alpha Bank είναι έτοιμη να παράσχει προνομιακή χρηματοδότηση σε κεφάλαιο κίνησης για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των επιχειρήσεων που θα ενταχθούν στη νέα Δράση, με εγγύηση από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα σε ποσοστό 80% επί του δανείου.

Το νέο εγγυοδοτικό πρόγραμμα εξασφαλίζει ευελιξία αποπληρωμής με διάρκεια έως πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος έως 12 μηνών, ενώ προβλέπεται ολική εκταμίευση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

Το ύψος της χρηματοδότησης διαμορφώνεται ανάλογα με τον κύκλο εργασιών, το ετήσιο μισθολογικό κόστος ή τις τεκμηριωμένες ανάγκες ρευστότητας της επιχείρησης.

Το πρόγραμμα απευθύνεται σε μικρομεσαίες (ΜμΕ) αλλά και σε μεγάλες επιχειρήσεις κάθε νομικής μορφής (εκτός από εξωχώριες επιχειρήσεις, εταιρείες συμμετοχών σε άλλες εταιρείες, επιχειρήσεις χρηματοπιστωτικού τομέα, των δημόσιων φορέων και των θυγατρικών τους, των ΟΤΑ και των θυγατρικών τους) και θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις συμμετοχής.

Συγκεκριμένα, οι επιλέξιμες μικρές, πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) θα πρέπει να έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ και ενεργητικό έως 43 εκατ. ευρώ, και να απασχολούν κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς λιγότερους από 250 εργαζομένους.

Εθνική Τράπεζα

Η Εθνική Τράπεζα, συνεχίζοντας να στηρίζει έμπρακτα την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, σχεδίασε και προσφέρει το πρόγραμμα «Εγγύηση για το μέλλον», μια σειρά χρηματοδοτικών λύσεων για την ενίσχυση των επιχειρήσεων και των αυξημένων αναγκών τους.

Σήμερα, σε συνεργασία με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ΑΕ («ΕΑΤ»), προχωρά στην παροχή δανείων σε μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις με την εγγύηση του «Ταμείου Εγγυοδοσίας Επιχειρήσεων Covid-19», προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες ρευστότητάς τους μετά την επιδημική κρίση του Covid-19.

Μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος, η Εθνική Τράπεζα, παρέχει:

  • Έγκριση μέσα σε 48 ώρες
  • Άμεση χρηματοδότηση με προνομιακό επιτόκιο
  • Με την εγγύηση του Ταμείου σε ποσοστό 80%, συνολικής διάρκειας έως πέντε ετών και ποσού το οποίο δύναται να φθάσει ή κατόπιν αξιολόγησης τεκμηριωμένου σχεδίου αναγκών να ξεπεράσει το 25% του συνολικού κύκλου εργασιών ή το διπλάσιο του μισθολογικού κόστους των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.

Η Εθνική Τράπεζα δεσμεύεται με το πρόγραμμα «Εγγύηση για το μέλλον» να συνεχίσει να παρουσιάζει χρηματοδοτικές λύσεις που αποδεικνύουν έμπρακτα πως βρίσκεται δίπλα στις επιχειρήσεις και ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.

Αναδημοσίευση, Περιοδικό ΧΡΗΜΑ, τευχ. Μαι-Ιουν 2020

Content retrieved from: https://banks.com.gr/irthe-ora-paroun-mprosta-trapezes/.

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com